Χαμηλός αιματοκρίτης και αναιμία πάνε μαζί!

Ο χαμηλός αιματοκρίτης στις αιματολογικές εξετάσεις υποδηλώνει ότι τα όργανα του σώματος δεν λαμβάνουν αρκετό οξυγόνο. Ο συγκεκριμένος δείκτης καταγράφει το ποσοστό του όγκου που καταλαμβάνουν τα ερυθρά αιμοσφαίρια στο αίμα και είναι αυτός που προειδοποιεί ότι έχουμε εμφανίσει αναιμία.

Αν ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι χαμηλότερος από τον κανονικό, τότε είναι πολύ πιθανό να έχει εκδηλωθεί αναιμία, η οποία είναι η πιο συχνή αιτία χαμηλού αιματοκρίτη, όταν δηλ. ο δείκτης είναι κάτω από το 30.

Έλλειψη σιδήρου και αναιμία…

Τα βασικότερα συμπτώματα  της αναιμίας είναι η εύκολη κούραση, η δύσπνοια, η ταχυκαρδία, η αδυναμία συγκέντρωσης, ενίοτε και  τάσεις λιποθυμίας. Κάθε νόσημα ή παθολογικός παράγοντας που ελαττώνει το ρυθμό παραγωγής των ερυθρών αιμοσφαιρίων ή το μέσο όρο ζωής τους, προκαλεί αναιμία.

Όταν η αναιμία συνήθως  οφείλεται  σε έλλειψη σιδήρου, τη λέμε σιδηροπενική αναιμία. Ο εργαστηριακός δείκτης που ελέγχει την έλλειψη σιδήρου είναι η φεριτίνη, η οποία  σε περίπτωση σιδηροπενικής αναιμίας είναι χαμηλή.

Οι τροφές οι οποίες είναι πλούσιες σε σίδηρο είναι η λύση στο πρόβλημα της σιδηροπενικής αναιμίας. Ο σίδηρος περιέχεται σε διάφορα τρόφιμα με δύο χημικές μορφές: οργανικός και ανόργανος σίδηρος. Τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (κόκκινο κρέας, εντόσθια, πουλερικά και ψάρι) περιέχουν και τις δύο μορφές, ενώ τα τρόφιμα φυτικής προέλευσης (δημητριακά, σπόροι, φρούτα και λαχανικά) περιέχουν ανόργανο σίδηρο. Σε γενικές γραμμές, ο οργανικός σίδηρος απορροφάται σε μεγαλύτερα ποσοστά από τον ανόργανο σίδηρο, ωστόσο  η απορρόφησή του μπορεί να ενισχυθεί  διατροφικά, με  την παράλληλη κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε βιταμίνη C και Α.

Να σημειωθεί ότι η βιταμίνη C είναι υδατοδιαλυτή. Είναι λοιπόν σημαντικό να λαμβάνουμε  επαρκείς ποσότητες από πιπεριές, θυμάρι, μαϊντανό, ακτινίδιο, μπρόκολο, κουνουπίδι κ.α Όσο για τη βιταμίνη Α, την αναζητούμε σε συκώτι, μουρουνέλαιο, κρόκος του αυγού, βούτυρο, λιπαρά ψάρια και γαλακτοκομικά προϊόντα.

Εχθροί και φίλοι του σιδήρου

Υπάρχουν όμως και τροφές που μπορεί να αναστείλουν την απορρόφηση σιδήρου, όπως αυτές που περιέχουν καφεΐνη (καφές, τσάι) αλλά και διάφορα φάρμακα όπως αντιόξινα, ασβέστιο κ.ά. H ασπιρίνη και τα παυσίπονα για μυοσκελετικούς πόνους (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα) είναι πιθανόν να προκαλέσουν γαστρεντερική αιμορραγία και άρα, αναιμία.

Για επαρκείς ποσότητες σιδήρου, πρέπει να καταναλώνουμε:

Κόκκινα κρέατα (μοσχάρι) αλλά και χοιρινό και κοτόπουλο.

Όσπρια και φακές αλλά και τροφές πλούσιες σε βιταμίνη C και Β-καροτένιο ( καρότα, πιπεριές, ντομάτα, λεμόνι, πορτοκάλι)

Ψάρια και θαλασσινά.

Για να διαλευκανθούν οι αιτίες που προκαλούν την αναιμία, απαιτείται πλήρης αιματολογικός έλεγχος και όχι μόνο του αιματοκρίτη. Εκτός από τη σιδηροπενική αναιμία, ο χαμηλός αιματοκρίτης μπορεί να οφείλεται  σε έλλειψη βιταμινών ή ιχνοστοιχείων,  σε κάποια χρόνια ασθένεια ή σε  απώλεια αίματος, είτε από εσωτερική αιμορραγία – για παράδειγμα από ένα αιμορραγικό έλκος- είτε από εξωτερική αιμορραγία, που μπορεί να προκαλέσει ένα τραύμα.

Απώλεια αίματος και άρα χαμηλό αιματοκρίτη μπορεί να έχουμε και από μικρές και επαναλαμβανόμενες αιμορραγίες, όπως αυτές που προκαλούν τα έλκη στομάχου οι αιμορροΐδες κλπ. Οι νέες γυναίκες είναι πιθανό να έχουν χαμηλό αιματοκρίτη, από την απώλεια αίματος κάθε μήνα με την έμμηνο ρύση, χωρίς απαραίτητα να έχουν αιμορραγικά επεισόδια. Παροδική, μικρή πτώση του αιματοκρίτη προκαλούν και οι ιώσεις, η κόπωση, το στρες και η αϋπνία.

Ο αιματολόγος μπορεί να συστήσει σκευάσματα σιδήρου για την αναπλήρωση των αποθεμάτων σιδήρου στον οργανισμό. Απαιτείται χρόνος για να ανακάμψει η  χαμηλή φεριτίνη. Ίσως απαιτηθεί η λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου για αρκετούς μήνες, ιδιαίτερα αν η αναιμία οφείλεται σε αιμορραγία ή σε κάποιο πρόβλημα απορρόφησης σιδήρου. Θα συναποφασίσουν για το πώς θα αντιμετωπισθεί η κατάσταση, ο αιματολόγος και ο γαστρεντερολόγος.

Σιδηροπενική αναιμία χωρίς συμπτώματα!

Πολλοί ασθενείς με σιδηροπενική αναιμία δεν έχουν καθόλου συμπτώματα. Αυτό σημαίνει ότι ανάλογα με την ηλικία και το φύλο, πρέπει  να κάνουμε αιματολογικές εξετάσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα,  τα οποία θα καθορίσει ο οικογενειακός γιατρός, ώστε να έχουμε πλήρη εικόνα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο οργανισμός μας.