κύστη, κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση, νεφρά, υπέρηχος, χειρουργείο, ούρα

Στο σημείο όπου ενώνονται ο ουρητήρας και η κύστη – η αποκαλούμενη κυστεοουρητηρική συμβολή-  υπάρχει μία βαλβίδα η οποία εμποδίζει τα ούρα να παλινδρομούν. Αν αυτή η βαλβίδα δεν υπάρχει ή δεν λειτουργεί σωστά, τότε την ώρα κατά την ούρηση, τα ούρα  παλινδρομούν από από την ουροδόχο κύστη προς τον ουρητήρα. Η πάθηση ονομάζεται κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση.

Εμφανίζεται συχνότερα σε παιδιά με λοιμώξεις του ουροποιητικού και είναι πιθανόν να εμφανιστεί σε παιδιά με κληρονομικότητα της πάθησης (37,5%). Εκδηλώνεται και σε ενήλικες, συνήθως  με ιστορικό καλοήθους υπερτροφίας προστάτη ή  νευρογενούς κύστης ή αν έχουν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση κοντά στα ουρητηρικά στόμια.

Ύποπτα συμπτώματα

Η κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση προκαλεί όμως λοιμώξεις στο ουροποιητικό και άρα συχνουρία, πυρετό και ρίγος. Η φλεγμονή στο νεφρό και στην πύελο- η οποία οφείλεται στην παλινδρόμηση των ούρων στο νεφρό- είναι η γνωστή η πυελονεφρίτιδα. Αν δεν αντιμετωπισθεί άμεσα, οι συνεχείς λοιμωξεις μπορεί να προκαλέσουν χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, λόγω των βλαβών που θα έχουν υποστεί τα νεφρά. Αυτές οι βλάβες στα νεφρά ενοχοποιούνται και για την εμφάνιση υπέρτασης στα παιδιά.

Τα συγγενή αίτια που την προκαλούν είναι ο διπλός ή έκτροπος ουρητήρας, η ύπαρξη ουρητηροκήλης ή πρόκειται για πρωτοπαθή κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση. Υπάρχουν όμως και επίκτητα αίτια,  όπως η χρόνια επίσχεση ούρων, σε μεγαλύτερης ηλικίας άνδρες με υπετροφία του προστάτη ή νευρογενή κύστη.  Την πάθηση στους ενήλικες είναι δυνατόν να προκαλέσουν επεμβάσεις στον αυχένα της κύστης ή στα κυστεο-ουρητηρικά στόμια.

Απαραίτητες εξετάσεις

Το πρόβλημα είναι πιθανόν να εντοπισθεί μέσω του υπέρηχου, από την  εμβρυική περίοδο. Σε διαφορετική περίπτωση εντοπίζεται μετά κάποιο  επεισόδιο ουρολοίμωξης, με καλλιέργεια ούρων, εξετάσεις που αφορούν στη νεφρική λειτουργία, υπερηχογράφημα του ουροποιητικού- για να διαπιστωθεί η διάταση στην πύελο των νεφρών- ουροδυναμικό έλεγχο – οποίος εκτιμά τη λειτουργία της κύστης και της ούρησης-  αλλά και μία ειδική ακτινολογική εξέταση, την κυστεοουρηθρογραφία, η οποία δίνει και τις εγκυρότερες πληροφορίες.

Πώς θεραπεύεται;

Η κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση, ταξινομείται σε πέντε βαθμούς Από τον 1ο έως τον 3ο  βαθμό, θεωρείται ήπιας/μέτριας βαρύτητας. Σοβαρές θεωρούνται οι παλινδρομήσεις 4ου και 5ου βαθμού.

Στους ενήλικες, αντιμετωπίζεται χειρουργικά, με εξαίρεση ασθενείς με νευρογενή κύστη, όπου απαιτείται εξειδικευμένη παρέμβαση. Στα παιδιά, πριν καταφύγουμε στη χειρουργική αντιμετώπιση, επιχειρείται παρέμβαση στη λειτουργία της κύστης, την οποία καθορίζει ο  ουροδυναμικός έλεγχος.

Τα παιδιά στα οποία εντοπίζεται η πάθηση από τον πρώτο χρόνο της ζωής τους, λαμβάνουν αντιβίωση από το στόμα για μεγάλο χρονικό διάστημα ( η αποκαλούμενη χημειοπροφύλαξη) ή αν κάνουν  εμπύρετες λοιμώξεις, χορηγείται ενδοφλέβια θεραπεία.  Αν όμως εμφανίζουν συνεχείς ουρολοιμώξεις, για οριστική θεραπεία προχωράμε σε ανοιχτό ή ενδοσκοπικό χειρουργείο. Αν εμφανίζουν μεγάλου βαθμού παλινδρόμηση, το ανοικτό χειρουργείο προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα.  Αν οι παλινδρομήσεις είναι μικρού βαθμού, η πάθηση αντιμετωπίζεται με  ενδοσκοπικές τεχνικές: τοποθετούνται   ειδικές ουσίες, κάτω από το ουρητηρικό στόμιο, οι οποίες εμποδίζουν την αντίστροφη πορεία των ούρων.

Για να προστατεύσουμε από ενδεχόμενες ουλές τα νεφρά των παιδιών ηλικίας  έως 5 ετών, η χημειοπροφύλαξη είναι η θεραπεία εκλογής, εκτός αν η παλινδρόμηση είναι μεγάλου βαθμού. Για οριστική λύση στις μικρού βαθμού παλινδρομήσεις- προκειμένου το παιδί να μην λαμβάνει επί μακρόν αντιβίωση- προτιμότερο είναι να αντιμετωπισθεί ενδοσκοπικά.